αιγιαλεύς

Όνομα μυθολογικών προσώπων. 1. Βασιλιάς της Σικυώνας, ο πρώτος αυτόχθων Έλληνας βασιλιάς. Έζησε γύρω στο 1700 π.Χ. Ο γιος του –ή γιος του αδελφού του Φορωνέα, βασιλιά του Άργους– Εύρως, υπήρξε παππούς του Άπη, που υπέταξε ολόκληρη την Πελοπόννησο, δίνοντάς της το όνομα Απία. Κατ’ άλλη εκδοχή, ο Α. ήταν γιος του Φορωνέα και κληρονόμησε τον θρόνο του Άργους από τον αδελφό του Άπη, όταν ο τελευταίος έφυγε στην Αίγυπτο. 2. Γιος του βασιλιά του Άργους Αδράστου και της Αμφιθέας. Ο Άδραστος ήταν βασιλιάς της Σικυώνας και κατόπιν του Άργους και ήταν ο μόνος που διασώθηκε στον πρώτο πόλεμο εναντίον της Θήβας (Επτά επί Θήβαις). Ο γιος του Α. έλαβε μέρος στη δεύτερη εκστρατεία κατά της Θήβας (Πόλεμος των επιγόνων) και σκοτώθηκε. Ο μάντης Τειρεσίας είχε πει στους Θηβαίους πως την πόλη τους θα τη λεηλατούσαν όταν θα πέθαινε ο τελευταίος από τους αρχικούς επτά επιδρομείς, και τους συμβούλευσε να φύγουν τότε, γιατί ο Άδραστος θα πέθαινε μόλις μάθαινε τον θάνατο του γιου του. Πραγματικά, ο Άδραστος πέθανε, οι Θηβαίοι όμως έφυγαν τη νύχτα από την πόλη τους και ίδρυσαν την Ιστιαία. Την ίδια μέρα οι Αργείοι κυρίευσαν τη Θήβα. Ο Α. ενταφιάστηκε κοντά στην πόλη της Μεγαρίδας Πηγαί, όπου ιδρύθηκε ηρώο προς τιμήν του, το Αιγιάλειο. 3. Γιος του βασιλιά της Κολχίδος Αιήτη και της Εκάτης, αδελφός της Κίρκης και της Μήδειας. Ίσως να ήταν ο ίδιος με τον Άψυρτο.
* * *
αἰγιαλεύς (-ῆος), ο (Α) [αἰγιαλός]
1. ο αιγιάλειος
2. (ως κύριο όνομα) Αἰγιαλεύς
α) ο κάτοικος τής βόρειας ακτής τής Πελοποννήσου
β) κάτοικος τού Άργους, Αργείος.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Αἰγιαλεύς — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἰγιαλέων — Αἰγιάλευς masc gen pl Αἰγιαλεύς masc gen pl Αἰγιαλέω̆ν , Αἰγιαλεύς masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἰγιαλέως — Αἰγιάλευς masc nom sg (epic ionic) Αἰγιαλέω̆ς , Αἰγιαλεύς masc gen sg Αἰγιαλεύς masc nom sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἰγιαλεῖς — Αἰγιαλεύς masc acc pl Αἰγιαλεύς masc nom/voc pl (parad form) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἰγιαλῆς — Αἰγιαλεύς masc nom pl Αἰγιαλεύς masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἰγιαλήων — Αἰγιάλευς masc gen pl (epic ionic) Αἰγιαλεύς masc gen pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἰγιάλη — Αἰγιάλευς masc nom/voc/acc dual Αἰγιάλευς masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἰγιάλης — Αἰγιάλευς masc nom pl Αἰγιάλευς masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Эгиалей — (Αίγιαλεύς): 1) сын Адраста и Амфитеи или Демонассы, один из предводителей в походе эпигонов против Фив, павший от руки Лаодаманта; 2) сын Инаха и Оксаниды Мелии, основатель и первый царь Сикиона, называвшегося раньше Эгиалеей по имени Э.; 3) сын …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

  • Αἰγιαλεῖ — Αἰγιαλεύς masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.